έκθεσμος

έκθεσμος
-η, -ο (AM ἔκθεσμος, -ον)
αυτός που γίνεται με παράβαση τών θεσμών, παράνομος
μσν.
(για πρόσ.) άδικος, άνομος
αρχ.
τερατώδης, φρικτός («ἔκθεσμον ὄναρ»).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ἔκθεσμος — lawless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκθεσμότατα — ἔκθεσμος lawless adverbial superl ἔκθεσμος lawless neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκθέσμως — ἔκθεσμος lawless adverbial ἔκθεσμος lawless masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκθεσμον — ἔκθεσμος lawless masc/fem acc sg ἔκθεσμος lawless neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκθέσμοις — ἔκθεσμος lawless masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκθέσμου — ἔκθεσμος lawless masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκθέσμους — ἔκθεσμος lawless masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκθέσμων — ἔκθεσμος lawless masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκθέσμῳ — ἔκθεσμος lawless masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκθεσμα — ἔκθεσμος lawless neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”